Skip to content
Γιατί τρέχεις;
Γιατί τρέχεις;

Γιατί τρέχεις;

Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που δείχνουν απλές, αλλά όσο περνούν τα χρόνια και συσσωρεύονται τα χιλιόμετρα τόσο δυσκολεύουν. «Γιατί τρέχεις;». Αν με ρωτούσες πριν από δέκα χρόνια, θα σου απαντούσα με βεβαιότητα. Σήμερα, όχι.

Το διαδίκτυο έχει έναν παράξενο τρόπο να μας κρατά δέσμιους του παρελθόντος μας. Κάποτε, ένα άρθρο δημοσιευόταν σε μια εφημερίδα ή σε ένα περιοδικό, ζούσε για λίγες ημέρες και μετά χανόταν στα συρτάρια, στις βιβλιοθήκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε κάποιο τραπεζάκι αναμονής ενός ιατρείου. Σήμερα, ό,τι γράφεις μένει εκεί για πάντα. Μπορεί κάποιος να ανασύρει μια ανάρτηση ή μια συνέντευξη που έδωσες πριν από δέκα χρόνια και να σε αντιμετωπίσει σαν να τη διατύπωσες μόλις χθες. Σαν να μην επιτρέπεται να αλλάζεις γνώμη. Σαν να μην εξελίσσεσαι. 

Στο ξεκίνημα.

Πριν από περίπου μία δεκαετία, ένα δρομικό site με ρώτησε γιατί τρέχω. Ήμουν τότε ένας ερασιτέχνης δρομέας με αρκετό ενθουσιασμό και ακόμη περισσότερη αυτοπεποίθηση. Αποδέχθηκα με χαρά την πρόσκληση και ξεδίπλωσα όλες τις μεγάλες αλήθειες που πίστευα πως είχα ανακαλύψει.

Ξαναδιάβασα πρόσφατα εκείνη τη συνέντευξη. Δεν συμφωνώ σχεδόν με τίποτα.

Ή, για να είμαι πιο ακριβής, δεν είμαι βέβαιος για τίποτα.

Ήμουν ο υποδειγματικός μαθητής της δρομικής φιλοσοφίας. Μίλησα για συνέπεια, επιμονή, υπέρβαση, πειθαρχία, αντοχή. Όλα σωστά. Όλα αληθινά. Και όλα τόσο προβλέψιμα. Αναπαρήγαγα, χωρίς να το καταλαβαίνω, το γνωστό αφήγημα που συνοδεύει σχεδόν κάθε ιστορία γύρω από το τρέξιμο.

Σήμερα;

Σήμερα θα έδινα διαφορετική απάντηση. Πολύ λιγότερο ηρωική και πολύ περισσότερο ειλικρινή.

Κάπου έπεσα πάνω σε ένα βίντεο μιας Αμερικανίδας stand-up comedian. Έλεγε πως οι άνδρες, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν εγκαταλείπουν ποτέ πραγματικά το όνειρο ότι μπορούν να γίνουν επαγγελματίες αθλητές. Ακόμη κι όταν έχουν περάσει προ πολλού τα πρώτα «-ήντα», μέσα τους πιστεύουν ότι, αν τους δινόταν η ευκαιρία, ένα δεκάλεπτο στο κορυφαίο επίπεδο θα το έβγαζαν.

Γέλασα.

Και μετά σταμάτησα να γελάω.

Γιατί αναγνώρισα ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Με το χέρι στην καρδιά.

Όσο κι αν προτιμάμε να μιλάμε για αυτοβελτίωση, ψυχική υγεία ή υπέρβαση, υπάρχει και κάτι λιγότερο ευγενές που μας σπρώχνει. Μια δόση ματαιοδοξίας. Μια ανάγκη να αποδείξουμε – πρώτα στους άλλους και ύστερα στους ίδιους μας τους εαυτούς – ότι ακόμη «το έχουμε». Ότι ανήκουμε. Ότι μπορούμε.

Και δεν υπάρχει τίποτε κακό στο να το παραδεχτούμε.

Ο μαραθώνιος δεν είναι κρουαζιέρα. Είναι μια δύσκολη, απαιτητική διαδικασία που, αναπόφευκτα, κουβαλά και λίγο εγωισμό. Αν δεν υπήρχε ούτε ίχνος του, ίσως να μην ξυπνούσαμε τόσες φορές χαράματα για προπόνηση.

Ζούμε, άλλωστε, στην πρώτη εποχή όπου ο ερασιτέχνης αθλητής μπορεί να μοιάζει εξωτερικά με τον επαγγελματία. Όταν ήμασταν παιδιά, ψάχναμε μια ποδοσφαιρική φανέλα ή μια καλή δερμάτινη μπάλα. Σήμερα μπορείς να αποκτήσεις τον ίδιο εξοπλισμό που χρησιμοποιούν οι κορυφαίοι αθλητές του κόσμου.

Carbon παπούτσια. GPS ρολόι τελευταίας γενιάς. Γυαλιά που θυμίζουν διαστημική αποστολή. Αμάνικα τεχνικά μπλουζάκια. Κάλτσες συμπίεσης.

Μπορεί να μην τρέχεις σε δύο ώρες το μαραθώνιο, αλλά στις φωτογραφίες του Instagram δύσκολα ξεχωρίζεις από εκείνον που το κάνει.

Δεν είναι κι αυτό ένα κίνητρο;

Εν κατακλείδι.

Σε μια εποχή που η εικόνα έχει αποκτήσει σχεδόν την ίδια αξία με την ουσία, θα ήταν μάλλον υποκριτικό να ισχυριστούμε ότι δεν μας επηρεάζει καθόλου.

Προσοχή όμως.

Δεν γράφω όλα αυτά για να χαρακτηρίσω κανέναν άλλο. Γράφω για μένα. Γιατί αναγνωρίζω μέσα μου τη ματαιοδοξία, τον εγωισμό, την ανάγκη για επιβεβαίωση. Και όσο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο με ενδιαφέρει να τα κρύψω πίσω από ωραίες θεωρίες.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτά.

Τρέχω γιατί με ηρεμεί. Γιατί με οργανώνει. Γιατί μου θυμίζει ότι τίποτε αξιόλογο δεν χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη. Γιατί μου επιτρέπει να γνωρίζω τον εαυτό μου λίγο καλύτερα κάθε φορά που τα πράγματα δυσκολεύουν. Και γιατί, πολύ απλά, υπάρχουν μέρες που δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μην τρέχει.

Ίσως, τελικά, να μην υπάρχει μία απάντηση στο ερώτημα.

Οι λόγοι αλλάζουν μαζί μας. Άλλοι χάνονται, άλλοι γεννιούνται και άλλοι επιστρέφουν όταν δεν το περιμένουμε. Το μόνο που μένει σταθερό είναι ότι συνεχίζουμε να βγαίνουμε στον δρόμο.

Και, στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι που έχει σημασία.

Για όποιον λόγο κι αν τρέχω, καλά κάνω και τρέχω.

Και για όποιον λόγο τρέχεις κι εσύ, καλά κάνεις και τρέχεις.

Ραντεβού στους δρόμους.

Βουρ!

Γιώργος Μυζάλης, runner – myathlete

Back To Top