Είναι γεγονός ότι κάθε άνθρωπος κατακλύζεται καθημερινά από 45.000-51.000 σκέψεις, οι οποίες εκδηλώνονται είτε ως γενικές σκέψεις, είτε ως φλυαρία, είτε ως αυτο-ομιλία. Την αυτο-ομιλία  τη χρησιμοποιούμε ως ένα τρόπο καθορισμού του εαυτού μας για να πραγματοποιήσουμε καθημερινές δραστηριότητες και είναι σημαντική στην επίτευξη στόχων και αναγκαία για να οργανώσουμε πληροφορίες μέσα στο μυαλό μας. Η αυτο-ομιλία πραγματοποιείται συνήθως στο πρώτο (Εγώ) ή δεύτερο (Εσύ) πρόσωπο, σαν ένα είδος επικοινωνίας με τον εαυτό ή το υποσυνείδητο και γίνεται φωναχτά ή σιωπηλά. Δίνει δηλαδή η αυτο-ομιλία τη δυνατότητα στο να αναλάβει το άτομο την προοπτική σαν να είναι κάποιος άλλος και να συζητεί με τον εαυτό του. Πιο συγκεκριμένα, η αυτο-ομιλία είναι «ένας εσωτερικός διάλογος με τον οποίο τα άτομα ερμηνεύουν αισθήματα και αντιλήψεις, ρυθμίζουν και αλλάζουν εκτιμήσεις και πεποιθήσεις και δίνουν στον εαυτό τους οδηγίες ενθαρρυντικές ή αποθαρρυντικές» (Hackfort & Schwenkmezger, 1993).

Αυτό-ομιλία στον Αθλητισμό και την Άσκηση.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για το χώρο του αθλητισμού και της άσκησης, υπό την έννοια ότι τόσο οι αθλητές όσο και οι ασκούμενοι κατακλύζονται από σκέψεις (κατά τη διάρκεια, πριν ή μετά την εκτέλεση), αρνητικές ή θετικές, σχετικές ή άσχετες με τη δραστηριότητα, οι οποίες επηρεάζουν τα συναισθήματά τους και την απόδοση. Οι σκέψεις αυτές επηρεάζουν την κατεύθυνση της προσοχής τους τη στιγμή της προσπάθειας, ή κρίνουν την απόδοσή τους, ή ακόμα δίνουν μια ταυτότητα στον εαυτό τους ή τους άλλους, υποσκάπτουν ή υποβοηθούν την αθλητική απόδοση. Η εκδήλωση και οργάνωση  όλων αυτών των σκέψεων με την αυτο-ομιλία την καθιστά το μέσο που κάνει τις σκέψεις και τα πιστεύω συνειδητά και αποτελεί το κλειδί για το γνωστικό έλεγχο (Θεοδωράκης. Γούδας, Παπαϊωάννου, 2003).

Η αυτο-ομιλία στο χώρο του αθλητισμού λοιπόν αναφέρεται στις «αυτοματοποιημένες δηλώσεις που αντικατοπτρίζουν την αθλητική σκέψη και στις σκόπιμες τεχνικές (π.χ. σταμάτημα σκέψης) που χρησιμοποιούν οι αθλητές για να την κατευθύνουν» (Hardy, Oliver, Tod, 2009). Επιπρόσθετα ο ίδιος ερευνητής (Hardy)  στην ανασκόπησή του (2006), είχε ορίσει την αυτο-ομιλία ως «εκφράσεις ή δηλώσεις που απευθύνονται στον εαυτό μας, πολυδιάστατη από τη φύση της, έχοντας ερμηνευτικά στοιχεία που σχετίζονται με το περιεχόμενο των δηλώσεων που λέγονται, είναι δυναμική και επιτελεί για τον αθλητή δύο λειτουργίες: καθοδηγητική-γνωστική και παρακινητική». Η γνωστική λειτουργία σχετίζεται με τη συγκέντρωση της προσοχής, με τα τεχνικά στοιχεία της κάθε άσκησης, με την παροχή οδηγιών και κατευθύνσεων και με τη διόρθωση λαθών της τεχνικής. Η παρακινητική λειτουργία συμβάλλει στην αύξηση της αυτοπεποίθησης, στην παρακίνηση, στην αύξηση της προσπάθειας, στην ενθάρρυνση, στο σταμάτημα της αρνητικής σκέψης και στη χαλάρωση (Hardy, Gammaze, & Hall, 2001;Zervas, Stavrou, & Psyxountaki, 2007).

Στην περιγραφική τους έρευνα οι Hardy et al (2001) πρότειναν την κατηγοριοποίηση του περιεχομένου της αυτο-ομιλίας α) σε θετική ή αρνητική, β) σε αυτο-ομιλία που εκδηλώνεται είτε εσωτερικά-σιωπηλά, είτε εξωτερικά-φωναχτά, γ) δομημένη σε λέξεις κλειδιά, φράσεις και/ή προτάσεις και δ) στην αυτο-ομιλία που αναφέρεται στο πρώτο ή στο δεύτερο πρόσωπο. Ειδικότερα για τη διάκριση σε θετική και αρνητική αυτο-ομιλία, η μεν πρώτη εμφανίζεται σαν ενθάρρυνση, επιβράβευση βοηθητική για τον αθλητή προκειμένου να παραμείνει συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνει, ενώ αντίθετα η αρνητική αυτο-ομιλία  αναφέρεται σε σκέψεις κριτικής, δημιουργεί ακατάλληλες, ανορθολογικές, μη παραγωγικές σκέψεις και έτσι θεωρείται αναποτελεσματική και αγχογόνα. Υπό αυτή την έννοια η αυτό-ομιλία είναι η πιο ισχυρή μορφή επικοινωνίας, μια και είτε μας ενδυναμώνει, είτε μας καταβάλει. Επιπλέον η θετική αυτο-ομιλία χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, της παρακίνησης και της τεχνικής υπόδειξης. Η αυτο-ομιλία παρακίνησης αναφέρεται σε λέξεις της μορφής «μπορώ», «δυνατά», «πάμε» που προδιαθέτουν το άτομο να καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια, ενώ η αυτο-ομιλία τεχνικής υπόδειξης σε λέξεις ή σκέψεις που τονίζουν συγκεκριμένα στοιχεία της τεχνικής ή συγκεκριμένων ενεργειών, όπως «βλέπω το στόχο», «τεντώνω», «ρυθμός», «εκπνέω» (Θεοδωράκης, 2005).

Αυτό-ομιλία και Άλλες Τεχνικές.

Οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν την εκτεταμένη χρήση της τεχνικής είτε αυτόνομα, είτε σε συνδυασμό με τις άλλες ψυχολογικές τεχνικές (καθορισμός στόχων, νοερή απεικόνιση και χαλάρωση) από αθλητές και ασκούμενους, με στόχο την ανάπτυξη βασικών ψυχολογικών δεξιοτήτων, όπως η θέληση, η αυτοεκτίμηση, η αυτοπεποίθηση και η αυτο-επίγνωση (Vealey, 1988). Στην πλειονότητά τους οι έρευνες αυτές έδειξαν ότι η αυτο-ομιλία αποτελεί μια σημαντική ψυχολογική τεχνική για τη βελτίωση της απόδοσης. Για την αποτελεσματικότερη χρήση της θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία, το φύλο, το άθλημα-αγώνισμα, το επίπεδο αλλά και το πώς ερμηνεύει και αντιλαμβάνεται την αυτο-ομιλία ο κάθε αθλητής-ασκούμενος ξεχωριστά.

Σε κάθε περίπτωση και με δεδομένο ότι το σώμα μας «ακούει» ό,τι λέει το μυαλό μας, είναι σημαντικό στην άσκηση-προπόνηση και στον αγώνα να μην πέφτουμε θύματα αρνητικής αυτο-ομιλίας, όντας οι ακροατές αυτής, αλλά αντιθέτως να αλλάζουμε αυτή σε θετική αυτο-ομιλία με την οποία μπορούμε να καταφέρουμε αν όχι τα πάντα, σίγουρα πολλά περισσότερα.

Εν κατακλείδι, είτε λέτε στον εαυτό σας ότι μπορείτε είτε ότι δεν μπορείτε, έχετε δίκιο (ελεύθερη μετάφραση μίας από τις αγαπημένες μου αναφορές: whether you think you can, or you think you can’t, you’re rightHenry Ford).

 

Καρολίνα Σκούρτη M.Sc.

Head Running Coach myathlete

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Θεοδωράκης, Γ. (2005). Αυτο-ομιλία και επίδοση στον αθλητισμό και στην εκπαίδευση. Επιστημονική Επετηρίδα της Ψυχολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος, 3, 21-42.

Θεοδωράκης, Γ., Γούδας, Μ. & Παπαϊωάννου, Α. (2003). Η ψυχολογική υπεροχή στον αθλητισμό. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Χριστοδουλίδη.

Hackfort, D., & Schwenkmezger, P. (1993). Anxiety. In R. N. Singer, M. Murphy, & L. K. Tennant (Eds.), Hanbook of research on sport psychology (pp. 328-364). New York: Macmillan. In Θεοδωράκης, Γ. (2005). Αυτο-ομιλία και επίδοση στον αθλητισμό και στην εκπαίδευση. Επιστημονική Επετηρίδα της Ψυχολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος,3, 21-42.

Hardy, J., Oliver, E., & Tod, D.  (2009). A framework for the study and application of self-talk within sport. In Kolovelonis, A., Goudas, M., & Dermitzaki, I. (2011). The effects of instructional and motivational self-talk on students’ motor task performance in physical education. Psychology of Sport and Exercise, 12, 153-158.

Hardy, J. (2006). Speaking clearly: a critical review of the self-talk literature. Psychology of Sport and Exercise, 7, 81-97.

Hardy, J., Gammage, K., & Hall, C. (2001). A descriptive study of athlete self-talk. The Sport Psychologist, 15, 306 — 318.

Vealey, R.S. (1988).Future directions in psychological skills training. The Sport Psychologist, 2, 318-336. In Θεοδωράκης, Γ., Γούδας, Μ. & Παπαϊωάννου, Α. (2003). Η ψυχολογική υπεροχή στον αθλητισμό. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Χριστοδουλίδη.

Zervas, Y., Stavrou, N., & Psychountaki, M. (2007). Development and validation of the Self-Talk Questionnaire (S-TQ) for sports. Journal of Applied Sport Psychology, 19, 142-159.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

add comment

X