Γνωστός και μη εξαιρετέος στους αθλητικούς κύκλους: μαραθωνοδρόμος, τριαθλητής και άνθρωπος ανήσυχος, πολυδιάστατος και καλλιεργημένος. Ο λόγος για τον ηθοποιό Πάνο Βλάχο και την πρώτη του σκηνοθετική κινηματογραφική απόπειρα που σχετίζεται με το τρέξιμο, το μαραθώνιο και την ιστορία του. Τα «Εφτά λεπτά ψυχής» που παρουσιάστηκαν την περασμένη Παρασκευή (24/9) στις «Νύχτες Πρεμιέρας» στο πλαίσιο του Athens International Film Festival (και θα παρουσιαστούν και την προσεχή Τρίτη στις 20:30 στο σινεμά Άνεσις – εισιτήρια εδώ) εντρυφούν σε όσα συνέβησαν στον πρώτο μαραθώνιο της σύγχρονης ιστορίας, το 1896 στην Αθήνα. Ποιος κέρδισε τελικά εκείνον τον αγώνα και γιατί; Έχει σημασία στις μέρες μας η διαλεύκανση αυτού του μυστηρίου ή ο μύθος έχει την αξία του και αξίζει να συντηρείται; Ο λόγος σε εκείνον.

 

Η πρώτη μου ερώτηση πηγάζει από μια φράση που μου έχει πει – σε παλαιότερη συνέντευξή μας – ένας τραγουδιστής σου, ο Μίλτος Πασχαλίδης: «ποτέ μην αφήνεις την αλήθεια να σου χαλάσει μια όμορφη ιστορία».

Πράγματι, συνέχεια το λέει αυτό το εξαιρετικό ιαπωνικό ρητό. Εννοείται πως δεν θα αφήσεις την αλήθεια να σταθεί εμπόδιο σε μια ωραία ιστορία. Ο Μίλτος, βέβαια, το λέει και σε μένα συνέχεια γιατί μοιραζόμαστε ένα πάθος για την ιστορία. Το storytelling που το κάνεις με οποιονδήποτε τρόπο – κι ευτυχώς είμαστε τυχεροί γιατί μας δίδεται η ευκαιρία και τόσοι πολλοί τρόποι να πούμε ιστορίες. Τίποτα δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο σε αυτό. Κι ο στόχος είναι να σε κάνω να νιώσεις «κάπως». Αυτή είναι και η διαφορά μας με τον αρθρογράφο της πολιτικής εφημερίδας που στο τέλος ενδιαφέρεται να σε κάνει να σκεφτείς, να πάρεις μια θέση. Όταν απελευθερώθηκα από τους φόβους μου – εννοώ το political correctness, το ποιος είμαι, τι ταμπέλα έχω – κατάλαβα ότι ο στόχος μου είναι να σε κάνω να αισθανθείς «κάπως» λέγοντας μια ιστορία. Οπότε, αν εσύ προσβληθείς, παρεξηγηθείς, παρεξηγήσεις τον τίτλο μου, σκεφτείς άσχημα, δεν το καταλαβαίνω καν. Γιατί αν λίγο το χείλος σου κάνει «έτσι» (σ.σ. μειδιά ελαφρώς), εγώ τον πέτυχα το στόχο μου.

 

Είναι λίγο σαν αυτό που έλεγε ο Πανούσης κάποτε: «η σάτιρα έχει σαφέστατα όρια και τα θέτει αποκλειστικά και μόνο το κοινό».

Καλά, τώρα άγγιξες ευαίσθητη φλέβα για μένα. Τον Πανούση τον έχω πολύ ψηλά. Θυμάμαι, έπαιζα όταν ξεκίνησα στο Λαζόπουλο, ένα μικρό ρόλο στο «Βιοπαλαιστής στη στέγη» στην Πειραιώς. Τελείωνε αργά η παράσταση κι έφευγα απευθείας να προλάβω το δεύτερο μέρος του Πανούση. Στεκόμουν όρθιος στο πίσω μέρος του μαγαζιού κι έβλεπα το δεύτερο μισό. Θυμάμαι, δε, τότε έπαιζα και σε μια σειρά στην τηλεόραση και οι θαμώνες του Πανούση που με αναγνώριζαν με κοιτούσαν καλά – καλά. Είχε τότε ντύσει τους σερβιτόρους του μαγαζιού με στολές αστυνομικών. Τον αγαπάω τον Πανούση. Έχω εμπνευστεί πάρα πολύ από εκείνον, γιατί είναι σάτυρος αληθινός. Ο Βιτγκενστάιν έλεγε ότι «τα όρια του κόσμου είναι τα όρια της γλώσσας μου» και η σάτιρα δεν έχει όρια. Τα όρια τα θέτει το κοινό. Πως; Αν δε γελάει. Αυτό είναι το όριο.

 

Ή αν το απορρίψει. Αν δεν έρθει. Αν δεν γεμίσει το θέατρο.

Αν δε γελάει, κυρίως. Γιατί αν εγώ σου πω κάτι στο δρόμο και γελάσεις, επιβεβαιώνεις ότι μέχρι εκεί είναι το όριο. Οι λέξεις δεν είναι ούτε χυδαίες, ούτε έχουν σκοπιμότητα. Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα. Είναι ένα φαιδρό στοιχείο της εποχής μας. Έχει επέλθει ο φόβος της έκφρασης. Επιστρέφω στον storyteller: όπως ο κωμικός ή ο κωμωδιογράφος ή ο σατυρικός ποιητής ή ο storyteller είναι να σε κάνει να αισθανθείς κάπως, εμένα ο στόχος μου είναι να γελάσεις. Από τον Αριστοφάνη ξεκινά αυτό. Και αν είμαι αρκετά δεξιοτέχνης, μέσα από το γέλιο, θα σε κάνω να σκεφτείς. Κι αν είμαι ακόμα πιο δεξιοτέχνης, θα σε κάνω να ταρακουνηθείς. Κι αν είμαι και σπουδαίος, θα σε κάνω να μεταβιβάσεις τελείως την ιδεολογία σου σε άλλο μοντέλο και να αλλάξεις. Δηλαδή…

 

Επιδράσεις υπερβατικές.

Ακριβώς. Αλλά, το να σε κάνω να γελάσεις είναι μεγάλη ευθύνη. Ο Μπελιέ στη σχολή μας έλεγε: «προσέξτε γιατί το γέλιο διαφθείρει». Φαντάσου το δράμα. Φαντάζεσαι; Κάθε φορά που θα έλεγα μια ατάκα να έκλαιγε ο άλλος; Δεν γίνεται αυτό. Δεν παίρνεις συνεχώς επιβεβαίωση στο δράμα. Το γέλιο, όμως, έχει τέτοια δύναμη γιατί εκμηδενίζει τις αποστάσεις. Τις γαμημένες τις αποστάσεις που πάντα υπήρχαν και έχουν γιγαντωθεί στην εποχή μας. Και το τραγούδι κάνει το ίδιο πράγμα ακριβώς. Απλά δεν είναι τόσο ευθύβολο. Το γέλιο έχει ήχο. Ο ήχος έχει θερμότητα. Σε φέρνει κοντά.

 

Ο ήχος έχει δυναμική.

Έχει μεγάλη δυναμική. Οπότε, δεν υπάρχει τίποτα που να στέκεται εμπόδιο. Εμείς τα βάζουμε τα εμπόδια. Μπορείς να κάνεις πλάκα για το οτιδήποτε. Όσο πιο σκοτεινό…

 

Μα, ο Πανούσης, τη συγκεκριμένη άποψη, την εξέφρασε τότε που τον είχαν κατηγορήσει ότι στις παραστάσεις του έλεγε ένα αστείο για ένα μικρό παιδάκι που είχε χάσει το πόδι του σε ένα ατύχημα.

Και φυσικά, η σάτιρα δεν γίνεται για τον έναν ο οποίος θα παρεξηγηθεί. Προσωπικά, προσπαθώ συνεχώς να καταπολεμώ τον εγωισμό μου – και με βοήθησε και η Αμερική σε αυτό γιατί ήμουν ένας κόκκος μέσα στην άμμο. Νομίζουμε, δηλαδή, ότι ο Dave Chappellle (σου λέω έναν αγαπημένο μου) ή ο George Carlin έγραψε ένα αστείο, το οποίο αφορά στον Πάνο Βλάχο από το Χαλάνδρι (γέλια). Και με προσέβαλε εμένα. Πως γίνεται η προσωπική μου ιστορία να είναι πιο σημαντική από τις ιστορίες όλων των υπολοίπων ανθρώπων οι οποίοι γελάσανε; Κι επίσης, το γεγονός ότι εγώ προσβάλλομαι, δεν με κάνει να είμαι σωστός. Just because you are offended, doesn’t mean you ‘re right. Επειδή εσύ προσβάλλεσαι από ένα αστείο, δεν σημαίνει ότι έχεις δίκιο. Το αστείο είναι πολιτική πράξη. Είναι πολιτική πράξη από όποια πλευρά κι αν το δεις. Κι αν υπάρχει μόνο ένας κανόνας, αν υπάρχει, είναι αυτό που στο εξωτερικό λένε «punch up». Να «χτυπήσεις πάνω». Και πάλι θα ανατρέξω στον Αριστοφάνη. Γιατί, από τον Αριστοφάνη, μέχρι τους κωμικούς που βλέπουμε τώρα, το Robin Williams, το George Carlin, το Dave Chappelle σήμερα, και ακόμα και τον Πανούση, βλέπεις, «χτυπάνε ψηλά».

 

Δεν κυνηγούν την ευκολία, δηλαδή; Δεν «επιτίθενται» στους εύκολους στόχους.

Δεν ειρωνεύονται τον αδύναμο. Δεν προσπαθούν να γελοιοποιήσουν τον αδύναμο. Όλα αυτά τα κάνουν οι μεσημεριανές εκπομπές, τα reality, οι εκπομπές τύπου Πάνια, ο Μικρούτσικος παλιά, που έβαζε έναν άνθρωπο σε δύσκολη κατάσταση κι εμείς γελάγαμε με αυτόν. Ενώ, σκέψου, τι πολιτική δύναμη έχει το να «χτυπήσεις ψηλά». Να χτυπήσεις τον πολιτικό, εκείνον που έχει δύναμη. Εκεί να κάνεις χιούμορ. Αν έβαζα, λοιπόν, εγώ ένα πλαίσιο, θα ήταν αυτό: επάνω, χτύπα.

Πάνος Βλάχος

Πως σου ήρθε να κάνεις αυτή την ταινία; Που, ουσιαστικά, κινείται ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα και με ένα μύθο που υπάρχει και αν αξίζει να τον καταρρίψουμε ή να τον αμφισβητήσουμε. Θυμάσαι ποια ήταν η στιγμή που σκέφτηκες να κάνεις αυτό που τελικά έκανες;

Τα τελευταία χρόνια βιώνω έντονη δημιουργική αναστάτωση. Κάπως έτσι καταπιάστηκα και με τη δημιουργική συγγραφή μυθοπλασίας. Μία από τις ιδέες που είχαμε, λοιπόν, είχε σαν αφορμή και αφετηρία την εποχή των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων και το Σπύρο Λούη για μια μυθοπλασία. Στο πλαίσιο αυτής της μυθοπλασίας, πολύ γρήγορα, εγώ βούτηξα σε αυτό το θέμα και άρχισα δειλά – δειλά να συναντώ την οικογένεια Βασιλάκου, οι οποίοι μου έδωσαν σε μια συνέντευξη όλη τη βάση του ντοκυμανταίρ. Την επόμενη μέρα είχα στο μυαλό μου ακριβώς ποια είναι αυτή η ιστορία, με βάση κάποια μυθοπλασία που είχα στο κεφάλι μου, η οποία εγκαταλείφθηκε, και με οδήγησε στη βάση της ταινίας. Ωστόσο, η ταινία είχε πολλές εναλλαγές στην οπτική της κατά τη δημιουργία της. Ακόμα και μέσα στην καραντίνα υπήρχαν αλλαγές και συνεντεύξεις με ανθρώπους του εξωτερικού. Είναι ένα πράγμα φρεσκότατο.

 

Το τρέξιμο του Μαραθωνίου, όμως, επειδή το έχεις κάνει επανειλημμένα, έπαιξε ρόλο στην τελική μορφή της ταινίας;

Ένας κανονικός σκηνοθέτης, ένας κινηματογραφιστής ενός σινεμά φεστιβαλικού, θα το έκανε διαφορετικά. Εγώ, όμως, το αντιμετώπισα όλο αυτό κυτταρικά. Γιατί με αφορά στο σώμα μου. Και το σώμα μου έχει άλλη άποψη από ό,τι έχει το μυαλό μου. Κι αυτό γίνεται και στο ντοκυμανταίρ. Το μυαλό μου με πήγαινε κάπου, αλλά όταν το σώμα τεσταρίστηκε το πράγμα άλλαξε. Δηλαδή, εγώ αντιλαμβάνομαι την ιστορία κυτταρικά και ήθελα να την πω όπως την αισθάνομαι. Όχι, όπως την αισθάνομαι. Όπως την αισθάνομαι σαν ένας σύγχρονος άνθρωπος που ξέρει τι συμβαίνει στο 30οχιλιόμετρο ενός μαραθωνίου, ξέρει τι σημαίνει ο πόνος αυτός, έχει γευθεί την υπέρβαση, αλλά δεν έχει αντιληφθεί την απόσταση που έχει από το μεγαλειώδες. Και στην υποκριτική το ίδιο. Είχα την τύχη στην Αμερική, αλλά και εδώ προφανώς, με τη Μαρία Πρωτόπαππα, τη Ρένη Πιττακή, παίζαμε στην ίδια σκηνή και την έβλεπα την απόσταση που είχα από το μεγαλειώδες. Αλλά αυτό είναι το αποτέλεσμα. Τη διαδικασία δεν μπορείς να τη φτάσεις. Στο τρέξιμο, είμαστε εμείς σε ένα group, μετά είναι οι λίγο καλύτεροι age – groupers και μετά είναι οι pro και μετά είναι οι πέραν πάσης υποψίας (γέλια). Κάποτε, κάναμε ένα 50άρι (χιλιόμετρα) σε μια κυκλική διαδρομή και ήταν η πρώτη φορά που είδα τον Θεοδωρακάκο να τρέχει. Εκεί αντιλήφθηκα, που τον έβλεπα στις λούπες, την απόσταση από το μεγαλειώδες και εκεί είπα: «δε μπορούσε να συμβεί το ίδιο και με την Πρωτόπαππα, και με την Πιττακή, και με το Μπισμπίκη, και με το Χρήστο Στέργιογλου»;

 

Καταλαβαίνω τι εννοείς.

Όταν είδα το Δημήτρη (σ.σ. Θεοδωρακάκο) και αντιλήφθηκα την απόσταση, δε με έκανε να νιώσω πιο μικρός. Με έκανε να σεβαστώ την πορεία που πρέπει να διανύσω για να γίνω καλύτερος. Στο τρέξιμο, τον Κούρο ας πούμε, δεν τον είδε ποτέ κανείς. Στο Σπάρταθλο δεν τον είδε ο προηγούμενος. Είχε ώρες διαφορά.

 

Καταλαβαίνω τι εννοείς. Ξυπνήσανε μέσα στη νύχτα να τον υποδεχθούνε (γέλια).

Ναι, ναι. Αλλά στη φιλοσοφική αντίληψη αυτού του πράγματος νιώθω πιο γεμάτος. Νιώθω, ας πούμε, πιο κατάλληλος για αυτή την ταινία από το να την έκανε ο πιο μεγάλος σκηνοθέτης. Για αυτό είμαι πολύ χαρούμενος που θα γίνει αύριο (σ.σ. την Παρασκευή 24/9 – η συνέντευξη έγινε την Πέμπτη 23/9) η πρεμιέρα. Γιατί την έκανα με πολλή αγάπη. Σα να έλεγα μια ιστορία στο θέατρο. Και με τον ίδιο σεβασμό που δεν γινόταν να μην έχω για το άθλημα. Οι πόρτες που χτύπησα, για να μου μιλήσουν οι σπουδαίοι άνθρωποι που μου μιλήσανε, άνοιξαν γιατί με είχανε δει πέρυσι στο Μαραθώνιο, πριν δυο βδομάδες σε ένα half…

 

Ήσουν ένας από εκείνους.

Ακριβώς. Από τον Καπράλο μέχρι τον Paco Borao (σ.σ. πρόεδρος της AIMS) που ήταν στην Αθήνα και δεν τον ζήτησε κάποιος που δεν ήταν ένας δημοσιογράφος που ήθελε να ξεσκεπάσει μια «απάτη». Και η συζήτηση μοιραία πήγαινε εκεί. Ήταν μια συζήτηση με όλους για το τι είναι ο θρύλος. Και κάποια από τα κομμάτια που συζητήθηκαν για τι σημαίνει θρύλος έγιναν μια ταινία λίγο πιο αιχμηρή, υπό την έννοια του να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε κάποιες ερωτήσεις που μου έκανε ο Βασιλάκος. Γιατί μου έθεσε κάποια θέματα, τα οποία ο ίδιος δεν μπορούσα να απαντήσω και έπρεπε να τα απαντήσω. Πως γίνεται ένας άνθρωπος να τρέξει σε πέντε μέρες δύο μαραθωνίους; Τι έγινε τότε; Σε τι ταχύτητα μεταφράζεται η επίδοση; Πότε έγινε αυτό; Τι λένε οι επιστήμονες; Και λέω, εντάξει. Θα σας τα απαντήσω όλα. Οπότε, προσέγγισα το θέμα από όλες τις πλευρές: από θεολογία μέχρι επιστήμη, μέχρι πολιτική συνθήκη, μέχρι γεωγραφική θέση της Αγίας Παρασκευής την εποχή εκείνη, τα πάντα. Αυτό έκανα στην ταινία.

 

Τι μαραθώνιος είναι το να κάνεις μια ταινία στην Ελλάδα;

Είναι υπέρ – μαραθώνιος. Και πόσο μάλλον μια ταινία η οποία δεν θέλει να γίνει. Και τελικά, όμως, ήθελε να γίνει. Η ταινία αυτή τελείωσε γιατί το είδανε οι «Νύχτες Πρεμιέρας» και είπανε: «φυσικά θέλουμε να κάνετε πρεμιέρα στο φεστιβάλ αυτό». Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν θα γινόταν αυτό. Η ταινία ολοκληρώθηκε πριν από δέκα μέρες.

 

Κι έχει πρεμιέρα αύριο.

Ναι. Το post production τελειώνει τώρα. Τα γραφικά, το color το ίδιο. Δε με στήριξε κανείς. Βρήκα πολλές κλειστές πόρτες. Γιατί το θέμα αυτό δεν επιτρέπεται να το αγγίξουμε για κάποιους λόγους. Όποιος δει την ταινία θα καταλάβει. Εγώ ξεπερνάω τη θεωρία συνωμοσίας. Και απαντάω σε θέματα πολύ πιο βαθιά. Δικά μου. Τώρα πια, στο τέλος της ταινίας, νιώθω όπως πέρυσι που έκανα στο Τείχιο ένα τριήμερο βουνού. Στα μέσα της δεύτερης μέρας, είπα, δεν θα το ξανακάνω αυτό ποτέ στη ζωή μου και όταν τελείωσα και τερμάτισα και την τρίτη ημέρα, υπέγραψα για τον ίδιο αγώνα της επόμενης χρονιάς.

 

Πολύ κλασικό δεν είναι αυτό;

Έτσι έγινε και στην ταινία. Ένιωσα ακριβώς την ίδια μοναξιά με εκείνη του βουνού. Ο Πάνος Μανωλίτσης και ο Αλέξης Καπλάνης, στους οποίους ανήκει η ταινία και τους οποίους πρέπει να αναφέρω κάθε φορά που μιλάω για την ταινία, ήταν οι μόνοι άνθρωποι που πίστεψαν σε μένα από την αρχή και που τώρα δεν τους κάνει καμία εντύπωση όλο αυτό που γίνεται με την ταινία. Πίστεψαν σε μένα και στην ιστορία από την αρχή. Πίστεψαν κι ότι εγώ πρέπει να πω αυτή την ιστορία. Πίστεψαν κι ότι πρέπει να ειπωθεί αυτή η ιστορία. Τους αξίζει η ταινία. Είναι δικιά τους. Πέραν των ανθρώπων αυτών, δεν είχα καμία υποστήριξη.

 

Μια ερώτηση που μου ήρθε σχεδόν αυτόματα όταν έμαθα για τα «Εφτά λεπτά ψυχής» ήταν πως και δεν έγραψες ο ίδιος τη μουσική της ταινίας;

Όταν ακούσεις τη μουσική που έγραψε ο Κώστας Χρηστίδης, θα καταλάβεις. Εγώ, ούτε σε πενήντα χρόνια δεν θα μπορέσω να γράψω έτσι. Η πρώτη απάντηση είναι ότι είμαι τραγουδοποιός και όχι συνθέτης. Δεύτερον, δεν μπορώ να τα κάνω όλα καλά – δεν ξέρω να τα κάνω όλα καλά. Εξάλλου, από την αρχή της σύλληψης της ταινίας, ήξερα πως αυτός ο άνθρωπος θα μου δώσει «tone». Το «tone ofthe movie» το έδωσε ο Κώστας. Περάσαμε πάρα πολλές ώρες στο Los Angeles να βρούμε, πάνω στην αφήγηση και στην εικόνα που είχα, τι χρώμα θα έχει αυτή η ταινία. Γιατί στόχος μου ήταν να είναι μια ταινία στη λογική του Netflix. Μια μοντέρνα αφήγηση, με σασπένς, σα να βλέπεις μυθοπλασία. Και η συγκίνηση και η ευαισθησία και το χιούμορ που έχω εγώ, ήθελαν μια πολύ λεπτή ισορροπία την οποία ο Κώστας την πέτυχε. Χρησιμοποιήσαμε ορχηστρική μουσική, με όργανα που ηχογραφήθηκαν στο εξωτερικό, μουσικά σύνολα και συμφωνικές ορχήστρες. Η μουσική της ταινίας είναι ένα από τα πολύ δυνατά της σημεία και υπογραμμίζει απόλυτα το τι συνέβη τότε. Δηλαδή, η μουσική από μόνη της «κλείνει το μάτι». Γιατί μου αρέσει αυτό το διφορούμενο: «τώρα μιλάει σοβαρά; Τι ακριβώς συμβαίνει»; Αλλά είναι και η συγκεκριμένη ιστορία που το υπαγορεύει αυτό. Σε κάνει να λες, δε μπορεί να έχουν όλοι δίκιο.

 

Είναι αυτό το «αλήθεια τώρα»;

Ναι, δε μπορεί να είπε ο Λούης το 1936 στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Βερολίνο στο Χίτλερ: «τι χαμπάρια κυρ Χίτλερ;» Δε μπορεί. Δηλαδή, έχει απίστευτη κωμωδία, απίστευτο δράμα και απίστευτο σασπένς η ιστορία από μόνη της. Αν τη διαβάσεις. Απλά, κανείς δεν την έχει διαβάσει. Κανείς δεν έβαλε ποτέ τα γεγονότα στη σειρά. Κι όταν το ανακάλυψα, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν γίνεται, σκέφτηκα. Δεν είναι αυτή η ιστορία του Σπύρου Λούη. Γιατί η ιστορία του Σπύρου Λούη είναι άλλη και έχει πολύ πιο βαθιές προεκτάσεις και τον κάνει, ενδεχομένως, πολύ μεγαλύτερο ήρωα, αν την πεις την ιστορία έτσι. Και το Βασιλάκο πολύ μεγαλύτερο ήρωα και ανάλογα ο καθένας επιλέγει τι τον εμπνέει περισσότερο. Είναι θέμα έμπνευσης.

 

Μα αυτό δε συμβαίνει τελικά με κάθε ιστορία; Εκείνος που την ακούει δεν αποφασίζει στο τέλος;

Ακριβώς. Ο Κούρος και ο Θεοδωρακάκος έχουν τελείως διαφορετικές απόψεις. Κι οι δύο εμπνεύστηκαν και προχώρησαν στη ζωή τους. Ο ένας από το Βασιλάκο κι ο άλλος από το Λούη. Εμένα με ενδιαφέρει να καταπολεμήσω την ιδεολογία που μας κάνει να μη μειώνουμε την απόσταση, να μην προχωρούμε μπροστά. Να λέμε ότι: εγώ εκτιμώ το Λούη, καρπώνομαι κάτι από αυτό που πέτυχε, αλλά δεν κινούμαι, μένω στάσιμος.

εφτά λεπτά ψυχής

Είναι σα να έκανε αυτός τη δουλειά για μένα και εγώ δεν προσπαθώ για τίποτα.

Ναι. Ο Λούης, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι οπλαρχηγοί του ’21, ο Αντετοκούμπο, ο Κεντέρης. Εμένα με ενδιαφέρει να διασκεδάσω αυτόν που θα δει την ταινία, αλλά και να τον εμπνεύσω να ξεκουνηθεί. Ιδεολογικά, σωματικά, πνευματικά.

 

Στο κάτω – κάτω της γραφής, αυτό που συζητάμε με ένα φίλο που τρέχουμε πολλά χρόνια μαζί είναι: αν είναι τα φανταχτερά ρούχα και τα παπούτσι και το φλερτ και το οτιδήποτε, να σε σηκώσουν από τον καναπέ, ας είναι.

Ας είναι.

 

Ναι. Αυτό. Από το να κάτσεις και να ριζώσεις και να αποβλακωθείς μπροστά στην τηλεόραση…

Ας είναι. Ας γίνει ένα κίνημα τώρα και ας έχει χίλια κακά, σε καλό θα βγει στο τέλος. Ας είναι αυτή μια μόδα της εποχής. Καλό θα κάνει. Θα κατακλύζουμε τους δρόμους, θα σεβόμαστε σε μερικά χρόνια περισσότερο τους συνανθρώπους μας ανεξαρτήτως φύλου, προσανατολισμού και ενδιαφέροντος. Μαζί σου είμαι. Και με όλα τα προβλήματα που φέρνει η μόδα. Το ξέρω, το βλέπω. Εμπορευματοποίηση είναι των πάντων. Το θέμα είναι να είμαστε όλοι έξω. Το λέω και στην ταινία. Είναι δείγμα πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι στο δυτικό κόσμο κατακλύζουν οι άνθρωποι τους δρόμους. Κι όχι στο Ιράν. Όχι στην Τεχεράνη. Γενικότερα, στον ελεύθερο δυτικό κόσμο με όλα του τα προβλήματα, άνθρωποι διαφορετικοί κατακλύζουν τους δρόμους για να μεταφέρουνε μήνυμα νίκης και – κυρίως – ελευθερίας. Αυτό λέω και στην ταινία. Η νίκη των Αθηναίων στο Μαραθώνα, ο Σπύρος Λούης, η Αρχαία Ελλάδα και ο Μαραθώνιος σήμερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Γιατί υπήρχε η νίκη των Ελλήνων έναντι των Περσών, η νίκη του πολιτισμού έναντι στο σκοταδισμό, και αυτό ήρθε να ανακοινώσει αυτός ο άνθρωπος. Ο Σπύρος Λούης συνέχισε το μύθο ότι εμείς οι Έλληνες μεταφέρουμε πολιτισμό και αυτός ο πολιτισμός κατακλύζει σήμερα τον ελεύθερο κόσμο στους δρόμους από το Σικάγο, μέχρι την Ισπανία και κάποιες χώρες της Αφρικής. Είμαστε ένας πολιτισμός που, σαν ποτάμι, ξεχύνεται και κερδίζει. Αυτό υψηλό δείγμα πολιτισμού: το να κλείνουν οι δρόμοι για να τρέχει ο κόσμος.

 

Και είναι ένα φαινόμενο που εξελίσσεται και γιγαντώνεται διαρκώς.

Είναι κέρδος. Και δεν χρειάζεται να έχεις τρέξει μαραθώνιο για να δεις τι συμβαίνει σε κάθε συλλογική – ατομική πορεία (π.χ. μαραθώνιος βουνού, 5χλμ σε μια πόλη, ένα τρίαθλο, ένα δεκάρι κάπου, ένα Spartan race). Να αντιληφθείς, δηλαδή, ότι, όσο είμαστε εμείς ήρεμοι στο Χαλάνδρι και πίνουμε καφέ και είμαστε σε ασφαλές, οι απόψεις μας για τους ανθρώπους μας κυριεύουν. Όταν, όμως, εγκαταλείπει το σώμα είσαι ένας άνθρωπος, ένα έλλογο ον, που τρέχει μαζί με άλλα έλλογα όντα που πια δεν έχουν χρώμα, πια δεν έχουν τατουάζ, πια δεν είναι πλούσιοι ή φτωχοί, και απλά ψάχνεις μια ενέργεια, κάτι, να σε βοηθήσει να πας στο επόμενο checkpoint. Κάποιον να περάσει να σου πει: έχεις saltstick, έχεις gel; Ή πάμε, τελειώνει. Αυτό πια δεν έχει χρώμα. Ούτε άλλα χαρακτηριστικά. Και για να φτάσει εκεί, ο καθένας έχει ένα threshold που σταματάει το μυαλό να λειτουργεί.

 

Και αυτή είναι και η εξήγηση μάλλον. Στη Βοστώνη όταν ήμουν έκανα μια συνέντευξη με το ScottJurek και μου το είχε επισημάνει κι εκείνος: αναζητούμε τη δυσκολία για να αποτινάξουμε την ευκολία του τρόπου ζωής και την αποξένωση που μας «φορτώνει».

Το λέει και στο βιβλίο του αυτό. Ζούμε σε μια εποχή που όλα είναι πάρα πολύ εύκολα. Με ένα νόημα έρχεται ο καφές, είναι θερμαινόμενα τα καθίσματα στο σπίτι, δεν χρειάζεται να βγω από το σπίτι για να μου έρθει φαγητό μαγειρεμένο. Αυτόματα ο άνθρωπος αναζητά το πρωτόγονο. Για αυτό γίνονται αγώνες επιβίωσης. Για να θυμηθούμε. Είναι μέσα στο DNA μας. Γιατί πάει και τρέχει στη Σαχάρα ο άλλος; Για να θυμηθεί το αρχέγονο συναίσθημα της επιβίωσης που το ξεχνάμε.

 

Και το αγελαίο που είναι πολύ χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους.

Προφανώς. Δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου. Είναι μοναχικό, αλλά είναι και συλλογικό ταυτόχρονα. Δεν πάει κανένας να τρέξει μόνος του, να βρει τα όριά του μόνος του. Η ενέργεια που παίρνει από τους ανθρώπους που μαζεύτηκαν σε εκείνο το βουνό, σε εκείνη την πόλη, για να μεταφέρουν κάτι…

 

Όλο το τριήμερο του αγώνα πυροδοτεί το αγελαίο συναίσθημα, το οποίο ουσιαστικά είναι «safeplace».

Ακριβώς! Στο απίστευτο anti-comfort zone, στο απίστευτο unsafe place εσύ βρίσκεσαι safe. Και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό. Δεν είναι χειροπιαστό. Το αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν το βιώσεις.

Γιώργος Μυζάλης – δημοσιογράφος, υπεύθυνος επικοινωνίας myathlete.

 

 

add comment

X