Θυμάμαι παλιότερα, όταν ήμουν καθηγήτρια φυσικής αγωγής στα – καταργημένα πια – τμήματα αθλητικής διευκόλυνσης (ΤΑΔ-aka αθλητικά γυμνάσια), έναν συνάδελφο προπονητή που πάντα ήθελε να γνωρίζει και τους δύο γονείς των επιλεγμένων ως ταλέντων μαθητών-τριών μας.  Ιδίως εκείνων της πρώτης γυμνασίου, όσο πιο σύντομα γινόταν, ώστε να έχει μια εικόνα για το πώς ήταν πιθανό να εξελιχθούν από την άποψη της σωματικής διάπλασης.

Αν π.χ. οι γονείς ήταν παχύσαρκοι, δεν το θεωρούσε καλό για την μετέπειτα εξέλιξη των παιδιών και αντίθετα ένα αθλητικό ζευγάρι γονέων τον χαροποιούσε ιδιαίτερα. Το παράδειγμα αυτό μπορεί να είναι ακραίο για πολλούς λόγους και από τη μεριά μου, ούτως ή άλλως, το θεωρούσα ρατσιστικό, αλλά η αλήθεια είναι ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, η γενετική «προίκα», δηλαδή τα γονίδια που κληρονομούμε από τους γονείς μας, επηρεάζουν φυσικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν το επίπεδο της αθλητικής απόδοσης που μπορούμε να επιτύχουμε.

 

Κληρονομικότητα η πρώτη ένδειξη.

Όταν λοιπόν μιλάμε για την επιτυχία στους δρόμους αντοχής και τον καθοριστικό παράγοντα για υψηλές επιδόσεις, αναφερόμαστε σε ένα μικρό αλλά σχετικά ομοιογενή πληθυσμό, αυτόν των ελίτ αθλητών, και όχι στους ερασιτέχνες δρομείς, που αποτελούν μία τόσο ποικίλη και διαφορετική ομάδα μεταξύ τους, όπως σχεδόν ο γενικός πληθυσμός.

Οι ελίτ αθλητές δεν είναι προικισμένοι κληρονομικά μόνο με ανώτερα φυσιολογικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για την επιτυχία, όπως: υψηλές τιμές μέγιστης κατανάλωσης οξυγόνου (VO2max), υψηλή ταχύτητα στο αναερόβιο κατώφλι και μύες με μεγαλύτερη ικανότητα να παράγουν τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP) από τον οξειδωτικό μεταβολισμό ακόμα και όταν είναι απροπόνητοι. Έχουν επίσης το γενετικό δώρο ότι όλες αυτές οι μεταβλητές θα προσαρμοστούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό με την προπόνηση. Συνδυαστικά, το 70% έως 80% της απόδοσης αντοχής και της προσαρμοστικότητας στην προπόνηση μπορεί να προσδιοριστεί από γενετικούς παράγοντες, δηλαδή την κληρονομικότητα.

 

Αρκεί μόνο η κληρονομικότητα όμως;.

Πέρα από την κληρονομικότητα, οι αθλητές αυτοί μοιράζονται και κάποιες ψυχικές ιδιαιτερότητες, όπως είναι τα κίνητρα, η ετοιμότητα για απόδοση και η θέληση. Στους δρόμους αντοχής, όπου οι αθλητές έχουν να αντιμετωπίσουν, τόσο κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης προπόνησης, όσο και κατά τους αγώνες, έντονες καταστάσεις κόπωσης είναι αυτονόητη η σημασία που έχουν αυτές οι ψυχικές ιδιότητες στην επιτυχία.

Ιδίως για τους αθλητές υψηλού επιπέδου, οι οποίοι δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά και ως προς την προετοιμασία τους, αυτό που θα καθορίσει το νικητή έστω και για ένα εκατοστό του δευτερολέπτου είναι το ποιος είναι πιο ανθεκτικός και δυνατός ψυχολογικά, ποιος έχει περισσότερα κίνητρα και μεγαλύτερη θέληση για τη νίκη.

 

Συμπεράσματα.

Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι η κληρονομικότητα, το ταλέντο που λέμε, έχει πολύ μεγάλη σημασία και είναι η βάση για την επιτυχία, αλλά από μόνο του δεν φτάνει.  Η γενετική ενεργοποιεί τη μηχανή, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη σκληρή δουλειά προκειμένου ένας αθλητής να γίνει ο καλύτερος. Κάποιος μπορεί να κατέχει το απαραίτητο γενετικό υλικό, αλλά χωρίς μακρόχρονη και σωστή προπόνηση δε θα φθάσει ποτέ στο υψηλό επίπεδο.

Πρέπει, όμως, και από την άλλη να αποδεχτούμε ότι ένας αφοσιωμένος δρομέας που υπολείπεται φυσιολογικών χαρακτηριστικών, δεν θα μπορέσει, παρόλη τη σκληρή δουλειά, να φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο. θα έχει όμως την ικανοποίηση ότι έφτασε στα ανώτερα όρια της δικής του απόδοσης.

 

Καρολίνα Σκούρτη – head running coach myathlete.

add comment

X