ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΡΓΟΜΕΤΡΗΣΕΩΝ

ΑΕΡΟΒΙΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ (ΑΝΤΟΧΗ)

Αναφέρεται στην ικανότητα του οργανισμού να εκμεταλλεύεται οξυγόνο για την παραγωγή ενέργειας. Είναι δηλαδή η ικανότητα του οργανισμού για πρόσληψη και χρησιμοποίηση του οξυγόνου προς παραγωγή ενέργειας και προσδιορίζει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα και την εν γένει λειτουργική ικανότητα του οργανισμού. Όσο μεγαλύτερη είναι η αερόβια ικανότητα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα παραγωγής έργου ενός ατόμου. Αποτελεί τον πιο συχνά αξιολογούμενο δείκτη της φυσικής κατάστασης των αθλητών και έναν σημαντικό παράγοντα που έχει άμεση σχέση με την υψηλή αγωνιστική απόδοση και επίδοση, ιδίως σε αγωνίσματα αντοχής. Η αερόβια ικανότητα εκφράζεται ποσοτικά από τη μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (VO2max).

Ο περιοδικός έλεγχος της αερόβιας ικανότητας βοηθά στον καθορισμό: α) της ικανότητας του οργανισμού να παράγει ενέργεια αερόβια, β) της λειτουργικής κατάστασης του καρδιοαναπνευστικού συστήματος, γ) του επιπέδου απόδοσης του αθλητή σε μια δεδομένη στιγμή, δ) της καταλληλόλητας ενός αθλητή για συμμετοχή σε ένα συγκεκριμένο τύπο αθλήματος, ε) της έμφασης που θα πρέπει να δοθεί στην αερόβια προπόνηση, στ) της μεθόδου προπόνησης (συνεχόμενη ή διαλειμματική μορφή) που θα πρέπει να εφαρμοστεί και ζ) της επίδρασης των προπονητικών προγραμμάτων στην πρόοδο του αθλητή.

ΑΝΑΕΡΟΒΙΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ (ΤΑΧΥΤΗΤΑ)

Η αναερόβια ικανότητα είναι το σύνολο της ενέργειας που προέρχεται από όλα τα αναερόβια ενεργειακά συστήματα (χωρίς την παρουσία οξυγόνου) και συνδυάζει την τριφωσφορική αδενοσίνη, τη φωσφοκρεατίνη και το γαλακτικό οξύ. Το αναερόβιο σύστημα συμμετέχει στην παραγωγή ενέργειας κυρίως σε μέγιστες προσπάθειες μικρής διάρκειας (μεταξύ 5 δευτερολέπτων και μερικών λεπτών). Ο αναερόβιος μεταβολισμός ενέργειας συμμετέχει σε υψηλό ποσοστό, σε πολλά αθλήματα καθώς και σε ορισμένα αγωνίσματα του στίβου, της ποδηλασίας και της κολύμβησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως απαιτείται μία ταχεία μετάβαση από την ηρεμία στην άσκηση, ή απαιτούνται μεγάλες εντάσεις και χρήση αναερόβιων μεταβολικών διεργασιών.

Η μέτρηση της ταχύτητας χρησιμεύει κυρίως στην αξιολόγηση και επιλογή αθλητών καθώς και στη διαδικασία της παρακολούθησης της πορείας της προπονητικής διαδικασίας Η συνολική αξιολόγησή της αναερόβιας ικανότητας, στο myathlete γίνεται με τη μέτρηση της αγαλακτικής και γαλακτικής ικανότητας που είναι και οι πιο σημαντικές παράμετροι αξιολόγησης της ταχύτητας του αθλητή.

ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

Είναι η ικανότητα της όσο το δυνατόν μικρότερης μείωσης του επιπέδου δύναμης στα πλαίσια ενός καθορισμένου χρονικού διαστήματος και η ικανότητα των μυών να παράγουν έργο (ένταση) για μεγάλη χρονική περίοδο.

ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (BM)

Ορίζεται ως η ελάχιστη ενεργειακή απαίτηση, που είναι απαραίτητη για την επιβίωση του οργανισμού, κάτω από συνθήκες απόλυτης ηρεμίας και περιλαμβάνει το μεταβολισμό κατά τον ύπνο και κατά την εγρήγορση. Αντιπροσωπεύει το 50-70% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής δαπάνης, ενώ σε αθλητές και αθλήτριες αντοχής που δαπανούν μεγάλη ενέργεια κατά την προπόνηση, o ΒΜ αντιπροσωπεύει το 40-50% της συνολικής ημερήσιας δαπάνης. Το μεγαλύτερο ποσοστό δαπανάται από το συκώτι (27%), τον εγκέφαλο (19%), τα νεφρά (10%) και την καρδιά (7%), ενώ οι μυς δαπανούν μόνο το 18% του  ΒΜ παρά το γεγονός ότι αποτελούν το 40% της σωματικής μάζας.

Η άλιπη σωματική μάζα, το φύλο, η ηλικία και το κλίμα επηρεάζουν το βασικό μεταβολισμό. Οι γυναίκες έχουν περίπου 5-10% χαμηλότερο ΒΜ από τους άνδρες και αυτό οφείλεται στο ότι έχουν λιγότερη άλιπη σωματική μάζα. Ο ΒΜ επιβραδύνεται με την ηλικία κατά 2% ανά 10ετία λόγω μείωσης της μυϊκής μάζας. Η αερόβια προπόνηση και η προπόνηση μυϊκής ενδυνάμωσης φαίνεται να αντισταθμίζουν αυτή  τη μείωση του ΒΜ. Ο ΒΜ εκφράζεται ως χιλιοθερμίδες ανά m2 επιφάνειας σώματος ανά ώρα.

Αξία: Ο ΒΜ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο θα στηριχθεί και θα δημιουργηθεί ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα ελέγχου του σωματικού βάρους, είτε με μείωση της θερμιδικής πρόσληψης, είτε με αύξηση της θερμιδικής κατανάλωσης (άσκηση), είτε με συνδυασμό των δύο.

ΔΥΝΑΜΗ

Είναι η φυσική ικανότητα που αποτελεί τη βάση για μυϊκές επιδόσεις, στις οποίες οι τιμές ενεργοποίησης της δύναμης είναι πάνω από το 30% του εκάστοτε ατομικού υλοποιήσιμου μέγιστου. Η δύναμη διαχωρίζεται περαιτέρω στις σύνθετες ικανότητες μέγιστη δύναμη, αντοχή στη δύναμη και ταχυδύναμη. Η αξιολόγηση της δύναμης γενικώς εμπεριέχει πολυαρθρικές ασκήσεις που κινητοποιούν μεγάλες μυϊκές μάζες. Οι αξιολογήσεις είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν δοκιμασίες για τον κορμό, τα άνω και κάτω άκρα. Η μέτρηση της παραγωγής δύναμης των μυών χρησιμοποιείται α) για την αξιολόγηση της μυϊκής δύναμης, β) τον εντοπισμό των αδυναμιών σε μυϊκές ομάδες, γ) την παρακολούθηση της προόδου στην αποκατάσταση των μυών και δ) τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας της προπόνησης

ΕΥΛΥΓΙΣΙΑ

Είναι η λειτουργική ικανότητα μιας άρθρωσης να κινηθεί στο πλήρες εύρος κίνησής της. Είναι ικανότητα εξειδικευμένη ως προς την άρθρωση που μετριέται και εξαρτάται από το μυ και την εκάστοτε άρθρωση που αξιολογείται καθώς και από τη διατασιμότητα της αρθρικής κοιλότητας, την επαρκή προθέρμανση και την ελαστικότητα των μυών και των τενόντων. Η αξιολόγηση της είναι σημαντική διότι με ανεπαρκή ευλυγισία υπάρχει σχετική μείωση της απόδοσης στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων, ενώ ένα ευνοϊκό επίπεδο σχετίζεται με γρηγορότερους ρυθμούς μυϊκής αποκατάστασης μετά από έντονη άσκηση, καλύτερη σωματική απόδοση, μειωμένη πιθανότητα τραυματισμών και σωστή στάση σώματος. Παρόλο που της δίνεται πολύ λίγη σημασία στην προπονητική πράξη, έχει άμεση επίδραση στην αθλητική απόδοση, γιατί με μία ιδανική ευκινησία δεν παρακωλύονται οι ενεργοποιήσεις δύναμης και οι επιδόσεις ταχύτητας και μειώνεται ο κίνδυνος τραυματισμού, όπως ρήξεις μυών ινών και τενόντων.

ΚΑΡΔΙΟΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

Καθορίζεται από την ικανότητα του ατόμου να ασκεί αερόβια δυναμικές ασκήσεις χρησιμοποιώντας μεγάλες ομάδες μυών. Η μέγιστη ικανότητα για την εκτέλεση αερόβιων ασκήσεων σχετίζεται με τη μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (VO2max) και εξαρτάται από τη λειτουργική ικανότητα των πνευμονικών, καρδιαγγειακών και μυϊκών συστημάτων του οργανισμού. Η καρδιοαναπνευστική ικανότητα έχει καθιερωθεί ως δείκτης της φυσικής κατάστασης που σχετίζεται με την υγεία, καθώς α) ένα χαμηλό επίπεδο συνδέεται με μια έντονα αυξημένη καρδιαγγειακή και από άλλες αιτίες θνησιμότητα, β) αύξησή της έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της θνησιμότητας από κάθε αιτία και γ) υψηλά επίπεδά της σχετίζονται με αυξημένη καθημερινή φυσική δραστηριότητα, η οποία με τη σειρά της συσχετίζεται με σημαντικά οφέλη για την υγεία.

ΜΕΓΙΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

Είναι η ικανότητα του ατόμου να εκτελεί μέγιστες εκούσιες μυϊκές συστολές για την υπερνίκηση υψηλών εξωτερικών αντιστάσεων.

ΜΕΓΙΣΤΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΟΞΥΓΟΝΟΥ (V̇O2max)

Θεωρείται ευρέως ο καλύτερος δείκτης της  καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και ένα σύνθετο κριτήριο για την εκτίμηση της αερόβιας ικανότητας απόδοσης. Δηλώνει τον ανώτατο όγκο οξυγόνου που καταναλώνεται ανά λεπτό και αντανακλά την προσφορά οξυγόνου (αναπνοή), τη μεταφορά του οξυγόνου (καρδιοκυκλοφορικό) και την αξιοποίηση του οξυγόνου (μυϊκά κύτταρα) σε κατάσταση πλήρους επιβάρυνσης του οργανισμού. Εκφράζεται είτε ως απόλυτη V̇O2max,  σε λίτρα/λεπτό )l/min), είτε ως σχετική  V̇O2max, σε χιλιοστόλιτρα/κιλό σωματικού βάρους/λεπτό (ml/kg/min). Με τη σχετική V̇O2max μπορούν να συγκριθούν κυρίως μεταξύ τους οι τιμές διαφόρων ανθρώπων.

ΜΥΪΚΗ ΑΝΤΟΧΉ

Είναι η ικανότητα μιας ομάδας μυών να εκτελεί επανειλημμένα μυϊκές συσπάσεις για μια χρονική περίοδο που είναι αρκετή για να προκαλέσει μυϊκή κόπωση. Μαζί με τη μυϊκή δύναμη και την ευλυγισία καθορίζει τη γενική μυϊκή ικανότητα.

ΜΥΪΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Είναι η μέγιστη μυϊκή δύναμη (σε newton ή κιλά) που μπορεί να παραχθεί από ένα συγκεκριμένο μυ ή μία ομάδα μυών κατά τη διάρκεια μιας μέγιστης συνειδητής μυϊκής συστολής. Η μέτρηση της παραγωγής δύναμης των μυών χρησιμοποιείται α) για την αξιολόγηση της μυϊκής δύναμης, β) τον εντοπισμό των αδυναμιών σε μυϊκές ομάδες, γ) την παρακολούθηση της προόδου στην αποκατάσταση των μυών και δ) τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας της προπόνησης. Μαζί με τη μυϊκή αντοχή και την ευλυγισία καθορίζει τη γενική μυϊκή ικανότητα.

ΜΥΪΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

Είναι η φυσική ικανότητα που αποτελεί τη βάση για μυϊκές επιδόσεις, περιλαμβάνει τη μυϊκή δύναμη, τη μυϊκή αντοχή και την ευλυγισία  και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φυσικής κατάστασης που σχετίζεται με την προαγωγή της υγείας. Η ανάπτυξη και συντήρηση της μυϊκής ικανότητας συμβάλλει στην υγεία με α) την αύξηση της άλιπης σωματικής μάζας και του βασικού μεταβολικού ρυθμού, β) τη διατήρηση της οστικής μάζας και πυκνότητας, γ) την πρόκληση βελτιώσεων στην καρδιαγγειακή ικανότητα και δ) τη βελτίωση της ικανότητας εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων.

ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Είναι η σχετική αναλογία του λιπώδη ιστού προς το μη λιπώδη ιστό στο σώμα. Είναι σημαντική μέτρηση επειδή το υπερβολικό σωματικό λίπος, ιδίως όταν βρίσκεται κεντρικά γύρω από την κοιλιά, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ασθένειας. Επιπλέον για τους αθλητές έχει μία ιδιαίτερη σημασία καθώς είναι παράγοντας που επηρεάζει την απόδοση και επίδοση στα αθλήματα. Οι μαραθωνοδρόμοι π.χ. πρέπει να έχουν ποσοστά σωματικού λίπους μικρότερα από 10% για τους άνδρες και 18% για τις γυναίκες. Για το μέσο πληθυσμό οι αντίστοιχες τιμές είναι 14-25 και 17-30%. Τα όρια αυτά διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα. H εκτίμηση της σύστασης του σώματος μπορεί να επιτευχθεί χρησιμοποιώντας τόσο τεχνικές εργαστηρίου όσο τεχνικές πεδίου, οι οποίες  ποικίλλουν όσον αφορά στο κόστος, την πολυπλοκότητα και την ακρίβεια.

ΤΑΧΥΔΥΝΑΜΗ

Είναι η ικανότητα του ατόμου να υπερνικά εξωτερικές αντιστάσεις με υψηλή ταχύτητα μυϊκής συστολής. Χαρακτηρίζεται και ως εκρηκτική δύναμη. Η μέτρηση της εκρηκτικότητας των κάτω άκρων έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βελτίωση σε αρκετά αθλήματα κυρίως ομαδικά αλλά και για τη βελτίωση της απόδοσης σε αγωνίσματα που βασικό ρόλο παίζει η ταχύτητα εκτέλεσης της κίνησης (αλτικά και ριπτικά αγωνίσματα του στίβου).

ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΕΡΓΟΜΕΤΡΗΣΕΩΝ

Δοκιμασία για τη μέτρηση της αερόβιας ικανότητας/καρδιοαναπνευστικής αντοχής:

Εργοσπιρομέτρηση

Η εργοσπιρομέτρηση είναι η  πλέον ακριβής έµµεση μέθοδος για την αξιολόγηση της αερόβιας ικανότητας η οποία έγκειται στη συλλογή και ανάλυση του εκπνεόμενου αέρα. Είναι μία μέγιστη δοκιμασία αυξανόμενης έντασης έως βουλητικής εξαντλήσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εκπνεόµενος αέρας συλλέγεται και αναλύεται από ειδικές συσκευές που ονομάζονται αναλυτές αερίων. Κατά την εργαστηριακή μέτρηση με εργοσπιρομέτρηση (σε δαπεδοεργόμετρο ή κυκλοεργόμετρο)  μετριούνται οι εξής παράμετροι:

Ταχύτητα (km/h) ή Έργο (watt/kg) στη μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (V̇O2max): Είναι η μέγιστη ταχύτητα ή το μέγιστο παραγόμενο έργο που αντιστοιχεί στην V̇O2max. Αποτελεί ένα από τους πιο πρακτικούς δείκτες των αερόβιων προσαρμογών του αθλητή.

Αναερόβιο κατώφλι: Το αναερόβιο κατώφλι είναι ένας σημαντικός δείκτης αερόβιας αντοχής. Ορίζεται ως εκείνο το σημείο της άσκησης, όπου οι μεταβολικές απαιτήσεις (παραγωγή ATP), δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πια μόνο από τον αερόβιο μεταβολισμό. Καθώς η ένταση της άσκησης αυξάνεται πάνω από το σημείο αυτό, προκαλείται αύξηση του αναερόβιου μεταβολισμού η οποία αντανακλάται και από μία παράλληλη αύξηση της συγκέντρωσης του γαλακτικού οξέος στο αίμα. Εκφράζεται σε έργο που αντιστοιχεί σε %VO2max. Όσο υψηλότερο είναι το έργο αυτό και για όσο περισσότερο μπορεί να διατηρηθεί στην άσκηση, τόσο καλύτερα γυμνασμένος είναι ο αθλητής.

Ενεργειακή (δρομική) οικονομία (ΕΟ): Ορίζεται ως η πρόσληψη οξυγόνου (mL/kg/min) σε μια υπομέγιστη μυϊκή προσπάθεια. Ο συντελεστής συσχέτισης μεταξύ της ΕΟ όπως εκφράζεται με την πρόσληψη οξυγόνου κατά την υπομέγιστη προσπάθεια και της αγωνιστικής επίδοσης, είναι υψηλός (r=0,82). Αθλητές με παρόμοια V̇O2max και διαφορές στην ενεργειακή οικονομία παρουσιάζουν και διαφορές στην απόδοση. Εκείνος με την καλύτερη ΕΟ θα είναι και καλύτερος στην απόδοση. Μαθαίνοντας την ΕΟ σε κάθε ταχύτητα ουσιαστικά μαθαίνουμε την ένταση της άσκησης που πρέπει να χρησιμοποιούμε στην προπόνηση (συνεχόμενη και διαλειμματική), βελτιώνοντας έτσι  την ποιότητα, την ασφάλεια και την αποδοτικότητα του προπονητικού προγράμματος.

Συγκέντρωση γαλακτικού οξέος στο αίμα: Το γαλακτικό οξύ παράγεται στους μύες κατά την άσκηση και διαχέεται στο αίμα, όπου η συγκέντρωση του κορυφώνεται λίγα λεπτά μετά τη λήξη της άσκησης. Η στάθμη του στο αίμα εξαρτάται από την ένταση και την διάρκεια της άσκησης. Είναι όξινο προϊόν του μυϊκού μεταβολισμού και δυσκολεύει τη μυϊκή σύσπαση. Μετριέται είτε στο τέλος μίας μέγιστης προσπάθειας, είτε κατά τη διάρκεια μίας υπομέγιστης, είτε κατά τη διάρκεια ενός V̇O2max τεστ για την εύρεση του αναερόβιου κατωφλιού. Ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης, έντασης και διάρκειας της άσκησης θα μας δοθούν και οι πληροφορίες για την ικανότητα του ατόμου.

Πνευμονικός αερισμός (VEmax): Ο πνευμονικός αερισμός αναφέρεται στη ροή όγκου αέρα μέσα και έξω από τους πνεύμονες. Ο αναπνεόμενος όγκος πολλαπλασιαζόμενος με την αναπνευστική συχνότητα μας δίνει τον πνευμονικό αερισμό (ΠΑ). Στην ηρεμία ο ΠΑ υπολογίζεται σε 6 L/min. Σε ήπιας έντασης άσκηση είναι περίπου 25 L/min, σε μέτρια 50 και στη μέγιστη άσκηση μπορεί να 25-πλασιαστεί και να ξεπεράσει τα 150 λίτρα το λεπτό. Αν και δεν υπάρχουν τιμές αναφοράς, τιμές κάτω από 70-60 L/min στη μέγιστη προσπάθεια (ανάλογα του φύλου, των σωματομετρικών χαρακτηριστικών και του τύπου άσκησης), ενδέχεται να υποδηλώνουν πρόβλημα στην αναπνευστική ικανότητα.

Μέγιστη καρδιακή συχνότητα (HRmax): Η καρδιακή συχνότητα είναι το ρυθμικό χτύπημα της καρδιάς και ελέγχεται από τον φλεβόκομβο, που είναι ο βηματοδότης της καρδιακής λειτουργίας. Κατά τη μέγιστη αερόβια άσκηση η καρδιακή συχνότητα φθάνει στη μέγιστη τιμή της και ονομάζεται μέγιστη καρδιακή συχνότητα. Η γνώση αυτής της τιμής μας βοηθά στην συνταγογράφηση και τον έλεγχο της άσκησης.

Καύση θερμίδων και κατανάλωση υδατανθράκων: Από τη μέτρηση κατανάλωσης οξυγόνου μπορούμε να υπολογίζουμε τις καταναλισκόμενες θερμίδες ανά φορτίο άσκησης. Επιπλέον, υπολογίζονται η ποσοτική και σχετική κατανάλωση υδατανθράκων και λιπών, σημαντικές πληροφορίες για την ενεργειακή οικονομία. Αυτό θα μας οδηγήσει και σε ασφαλή συμπεράσματα για την ποσότητα υδατανθράκων που θα πρέπει να καταναλώσει ο ασκούμενος σε προσπάθεια μεγαλύτερη της 1 ώρας (μαραθώνιος, brevet ποδηλασίας, ιστιοπλοϊκοί αγώνες κλπ). Επίσης μπορούμε να μετρήσουμε τον βασικό μεταβολισμό.

Προπονητικές επιβαρύνσεις (δρομική ταχύτητα-καρδιακή συχνότητα): Η αντιστοιχία της κατανάλωσης οξυγόνου εκφρασμένη ως ποσοστό της μέγιστης μαζί με τη δρομική ταχύτητα μας οδηγεί στην προπόνηση που πρέπει να κάνει ο αθλητής προκειμένου να βελτιωθεί χωρίς να υπερπροπονηθεί. Καθορίζονται οι τρεις ζώνες προπόνησης για τη βελτίωση της αντοχής: Έντονη διαλειμματική προπόνηση μικρής διάρκειας, έντονη συνεχόμενη προπόνηση μέτριας διάρκειας και χαμηλής έντασης συνεχόμενη προπόνηση μεγάλης διάρκειας. Επιπλέον δίνονται σε πίνακα η ένταση, η διάρκεια, η ποσότητα και τα διαλείμματα για την εφαρμογή της συνεχόμενης και διαλειμματικής μεθόδου προπόνησης. Οι εντάσεις προκύπτουν από το εργομετρικό τεστ και προτείνονται για τη βελτίωση της αερόβιας ικανότητας. Ανάλογα με το ιστορικό του αθλητή και το στόχο της άσκησης/προπόνησης μπορούν να εφαρμοστούν για τις επόμενες 16 εβδομάδες περίπου.

Δοκιμασία για τη μέτρηση της αναερόβιας ικανότητας:

Δοκιμασία Wingate

Η μέτρηση γίνεται στο κυκλοεργόμετρο που είναι ο πιο έγκυρος εργαστηριακός τρόπος μέτρησης της αναερόβιας ισχύος και ικανότητας. Σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους όπως ο μέγιστος και μέσος αριθμός περιστροφών καθώς και το παραγόμενο έργο κατά τη διάρκεια του τεστ, εξάγουμε πολύτιμα συμπεράσματα για την αναερόβια ικανότητα του ασκούμενου. Σκοπός της δοκιμασίας είναι η αξιολόγηση της αναερόβιας ισχύος και ικανότητας µέσω των δεικτών της μέγιστης ισχύος, της μέσης ισχύος και του δείκτη κόπωσης. Η δοκιμασία έχει διάρκεια 30δευτερόλεπτα και παρουσιάζει μεγάλη αξιοπιστία για τη μέγιστη και μέση ισχύ.

Δοκιμασία για τη μέτρηση της ευλυγισίας:

Δοκιμασία διάτασης οπίσθιων μηριαίων

Είναι μία αντανάκλαση της ευκαμψίας των οπίσθιων μηριαίων, του ισχίου και του μυών του κάτου μέρους της ράχης, Αυτή η αξιολόγηση είναι σημαντική η ευελιξία είναι σημαντική για την πρόληψη του χρόνιου πόνου στην πλάτη και για την προαγωγή της υγιεινής ζωής και γιατί όταν η περιοχή αυτή είναι ιδιαίτερα άκαμπτη μπορεί να προκαλέσει λόρδωση, πόνο στη μέση και εμπρόσθια κάμψη της λεκάνης. Το τεστ χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τον Wells και τον  Dillon (1952) και υπάρχει από τότε ως γενικό τεστ αξιολόγησης της ευλυγισίας.

Δοκιμασίες για τη μέτρηση της αντοχής στη δύναμη/μυϊκής αντοχής:

Δοκιμασία κοιλιακών για τη μέτρηση της μυϊκής αντοχής των μυών του κορμού.

Δοκιμασία κάμψεων για τη μέτρηση της μυϊκής αντοχής των άνω άκρων.

Δοκιμασίες για τη μέτρηση της μυϊκής δύναμης/μέγιστης δύναμης και ισχύος:

Δοκιμασία χειροδυναμομέτρησης (δύναμης χειρολαβής)

Είναι μία δοκιμασία ισομετρικής δύναμης των µυών του πήχη (ιδιαίτερα των καµπτήρων των δακτύλων, καρπού και αγκώνα). Αποτελεί μία απλή μέτρηση η οποία γίνεται µε τη βοήθεια ενός δυναμόμετρου χειρός και μπορεί να παρέχει μία πολύ καλή εικόνα της γενικής δύναμης του ατόμου. Επιπλέον, χαμηλές τιμές της φαίνεται να αποτελούν προγνωστικό δείκτη πιθανού μελλοντικού τραυματισμού (π.χ. στην ωμική ζώνη, ενώ η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση βοηθά στην παρακολούθηση μιας μετεγχειρητικής κατάστασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί µε ασφάλεια σε αγύμναστα άτομα, παιδιά και ηλικιωμένους καθώς και σε ασθενείς, αφού δίνει ικανοποιητική πρόγνωση της υγείας και των επιπέδων θρέψης των ηλικιωμένων.

Δοκιμασία μέγιστης ισχύος άνω και κάτω άκρων.

Δοκιμασία για τη μέτρηση της ταχυδύναμης:

Squat Jump, κατακόρυφο άλμα με τα δύο πόδια από ημικάθισμα χωρίς κίνηση.

Τεχνικές για τη μέτρηση της σύστασης του σώματος:

Δερματοπτυχές

Η μέθοδος εκτίμησης της σύστασης του σώματος μέσω της μέτρησης των δερματοπτυχών χρησιμοποιείται στα περισσότερα εργομετρικά κέντρα και Πανεπιστήμια του κόσμου. Με τη μέθοδο αυτή γίνεται μέτρηση των δερματικών πτυχών σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος και βασίζεται στην υπόθεση ότι το υποδόριο λίπος είναι ανάλογο με το συνολικό λίπος του σώματος. Η μέθοδος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία του εξεταστή.

Ύψος /Βάρος και Δείκτης Μάζας Σώματος

α) Μέτρηση σωματικού βάρους: το σωματικό βάρος επηρεάζει την απόδοση του αθλητή. Συμμετέχει στην εξίσωση για τον προσδιορισμό της μέγιστης κατανάλωσης οξυγόνου και στην εξίσωση για το Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI).

Η μέτρηση του σωματικού βάρους είναι απαραίτητη για: την εύρεση της λιπώδους μάζας, τη συσχέτιση του λιπώδους ιστού προς τη μυϊκή μάζα, την εκτίμηση του επιπέδου ενυδάτωσης του σώματος κατά την διάρκεια ή/και  μετά το πέρας της άσκησης. Η διαδικασία γίνεται με ζυγαριά ακριβείας (0.1kgr), και με τον εξεταζόμενο ακίνητο και με ελαφριά ενδυμασία.

β) Μέτρηση σωματικού ύψους: το σωματικό ύψος αποτελεί προϋπόθεση για την ενασχόληση με κάποια αθλήματα. Συμμετέχει στην εξίσωση για το δείκτη μάζας σώματος (BMI). Η διαδικασία γίνεται με αναστημόμετρο ακριβείας (0.1cm), και με τον εξεταζόμενο χωρίς παπούτσια, και πλήρως εφαπτόμενο στον τοίχο.

γ) Δείκτης μάζας σώματος: είναι μία μέτρηση του σωματικού λίπους βασιζόμενη στο σωματικό βάρος και ύψος. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι ένας έγκυρος δείκτης. Ο δείκτης δεν μετρά άμεσα το σωματικό λίπος, αλλά οι έρευνες έχουν δείξει ότι σχετίζεται καλά με την άμεση μέτρηση του ανθρώπινου λίπους όπως μετριέται με τη βύθιση κάτω από το νερό, ή την μέθοδο DEXA (Dual Energy X- Ray Absorptiometer). Ο BMI δεν έχει εφαρμογή πάντα σε ορισμένες κατηγορίες αθλητών (π.χ. ταχυδυναμικά αθλήματα). Σε ατομικό επίπεδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο αλλά δεν συνιστά διάγνωση της υγείας ενός ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για ηλικίες 18 ετών και άνω ισχύουν τα εξής:

αν ο BMI είναι μικρότερος από 18.5 τότε είσαι λιποβαρής (αυτό συνδέεται με υποσιτισμό, διατροφικές διαταραχές κλπ).

-αν ο BMI είναι από 18.5 ως 24.9 τότε έχεις φυσιολογικό βάρος.

-αν ο BMI είναι από 25.0 ως 29.9 τότε είσαι υπέρβαρος.

-αν ο BMI είναι πάνω από 30.0 αυτό υποδεικνύει παχυσαρκία.

X